Νηπιαγωγοί στη Σκηνή

Νηπιαγωγοί στη Σκηνή


Το θέατρο για τα παιδιά δεν είναι παιδαριώδες
Το παιδικό θέατρο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες προσπαθούν να ξεγελάσουν τα παιδιά με το τίποτα. Υπερβάλλουν στην αφέλεια, αδιαφορούν για την καλαισθησία και νοιάζονται κυρίως να κερδοσκοπήσουν σε βάρος της παιδικής άγνοιας και της γονικής ανέχειας. Πριν από χρόνια η Ξένια Καλογεροπούλου έθεσε τις βάσεις και υπηρέτησε με υπευθυνότητα  το θέατρο για παιδιά. Υπάρχουν ευτυχώς  περιοδεύοντες θίασοι που σέβονται τους μικρούς θεατές, επισκέπτονται  την πόλη μας και καλλιεργούν  γνώσεις και κρίσεις.
Οι επαγγελματίες ηθοποιοί ξέρουν τον ειδικό τρόπο υποκριτικής που απευθύνεται σε παιδιά. Όμως τον τρόπο να παίζουν και να γοητεύουν τους πιτσιρικάδες, κατέχουν επίσης οι νηπιαγωγοί και οι δάσκαλοι. Στην Άρτα η παιδική σκηνή του συλλόγου εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης,  στέφτηκε με δάφνες χάρη στις ικανότητες και το μεράκι των ατόμων που την πλαισίωσαν. 

 

Ηθοποιοί με ύφος
Τα γεμάτα όρεξη και ταλέντο μέλη της θεατρικής αυτής ομάδας με κάλεσαν να σκηνοθετήσω  τα πέντε από τα έξι έργα που ανέβασαν. Δεν είχα ιδιαίτερη εμπειρία στο είδος, αλλά από τις αναγνώσεις των έργων που κάναμε, διέκρινα το ύφος με το οποίο μιλούσαν, ή έπαιζαν και σκέφτηκα να στηριχτώ πάνω σ’ αυτό για να καθορίσω την μανιέρα του κάθε ρόλου. Κατάλαβα πως αυτή ήταν η γλώσσα των παιδιών και πως μέσω αυτής θα γίνει προσιτός και εύληπτος ο κάθε συγγραφέας. Είχαν δε οι νηπιαγωγοί και οι δάσκαλοι μια αδυναμία στον Ευγένιο Τρβιζά και στον Γιάννη Ξανθούλη.     
Ανεβάζαμε ένα έργο το χρόνο, με πρόβες εξαντλητικές, ενώ οι παραστάσεις γίνονταν για τα σχολεία στην αίθουσα του Σκουφά, στο θέατρο του κάστρου και τέλος στην αίθουσα τελετών του 1ου Δημοτικού. Με την άποψη ότι η καλή παράσταση χρειάζεται λειτουργικό και πλούσιο σκηνικό, αναθέταμε στον Σωτήρη Γούσια και στον Χρήστο Παππά να κατασκευάσουν ό,τι ευφάνταστο, χωρίς να φείδονται χρημάτων.  Το ταμείο του συλλόγου κάλυπτε τα έξοδα.
Για τα κουστούμια και τα αντικείμενα έψαχναν όλοι οι συνεργάτες  και έφερναν δεκάδες μέχρι να καταλήξουμε στο πιο κατάλληλο. Η Ηλέκτρα Σερβετά διέθετε συλλογές από καπέλα, από μπλουζάκια, από απίθανα αξεσουάρ, τα κουβαλούσε στις πρόβες και τα αράδιαζε μπροστά μας για να διαλέξουμε κάποιο απ’ όλα. Οι πιο επιτήδειοι φτιάχνανε μάσκες, ή κόβανε και ράβανε συμπληρώνοντας τα κοστούμια. Τίποτα δεν έμοιαζε πρόχειρο ή κακόγουστο.

 

Συλλογική δουλειά
Αφού λοιπόν γίνονταν όλα μέσα από το συλλογικό πνεύμα και οι ρόλοι ήταν «πιασμένοι» από την αρχή, εγώ φρόντιζα απλώς την κίνηση και είχα την πολυτέλεια να σκέφτομαι τρυκ, για να παραμυθιάσω μεγάλους και μικρούς θεατές. Πότε μια τρομακτική σκιά εμφανίζονταν πίσω από κουρτίνα, πότε  δυο μακριά χέρια έβγαιναν πίσω από μια ντουλάπα, πότε ένα μαγικό καπέλο μέσα από το οποίο ξεπηδούσαν μουσικά όργανα  και πότε ο αόρατος άνθρωπος που φορούσε μόνο ημίψηλο  και γάντια.      
Τη μουσική φρόντιζε η Χριστίνα Κιτσαντά παράλληλα με τους ρόλους που ερμήνευε. Αργότερα δούλεψε μαζί μας ο Σπύρος Τζιοβάνης που  στην τελευταία παράσταση έπαιζε πιάνο συνοδεύοντας τους ηθοποιούς που τραγουδούσαν ζωντανά.  Στο πρώτο έργο που ανέβηκε την μουσική είχε αναλάβει ο Γιώργος Μαργώνης, ενώ έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε κατά τη διάρκεια της παράστασης. Αξιοθαύμαστες  ήταν οι υπερβάσεις που κάνανε αυτοί οι θεατράνθρωποι για να είναι αντάξιοι των ρόλων τους. Αναφέρω πως ο Φώτης Παπαφώτης για τις ανάγκες ενός ρόλου ξύρισε το μισό του κεφάλι αφήνοντας το άλλο μισό με μαλλί. Η Σούλα Κουτσούκη σαν  γυμνάστρια αναλάμβανε ό,τι πιο δύσκολο υπήρχε στη κίνηση. 
Στην αρχή ο θίασος αποτελούνταν από γυναίκες που ερμήνευαν και τους αντρικούς ρόλους. Έτσι έκαναν το ντεπούτο τους η  Κατερίνα Σαλαμούρα, η Αφροδίτη Κατσαούνου, η Αλέκα Βάγκη, η Βιργινία Μιχαήλ.  Η ομάδα ήταν ανοικτή και καλοδέχτηκε και νέα παιδιά όπως η Ευαγγελία Κώστα.  Τα αγόρια εμφανίστηκαν με καθυστέρηση, ο Σπύρος Λιμούρης,  ο Γιώργος Παππάς, ο Άκης Τσάγκας, ο Άγγελος Μπάνδας.  Συμμετοχή είχαν επίσης η Αρετή Κατσαρού, η Αμαλία Χαρτσιλή, η Λυδιά Φίλου, η Ιππολύτη Τάγκα, καθώς και μικρά παιδιά όπως η Σοφία και ο Κωνσταντίνος Κωσταπαππάς, ο  Φίλιππος Φαλτάκας, η Σοφία Ρίζου.     
Οι μαθητές που έρχονταν στις πρωινές παραστάσεις, παρακολουθούσαν με προσοχή. Έβλεπαν τις κυρίες και τους κυρίους τους να παίζουν και να μεταμορφώνονται ανάλογα με τους ρόλους και εκστασιάζονταν. Σε ορισμένα σημεία το θέαμα ήταν διαδραστικό. Οι  ηθοποιοί άνοιγαν διάλογο με τους θεατές, έτσι γίνονταν ένα παιχνίδι με το κοινό χωρίς να διασαλευτεί η τάξη και η πειθαρχία. Στις βραδινές παραστάσεις κατέφθαναν μεγάλοι  που διασκέδαζαν και ψυχαγωγούνταν χωρίς αναστολές. Σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε εισιτήριο.  

 

Το τέλος
Φαίνεται πως το θεατρικό αυτό τμήμα του συλλόγου των δασκάλων έκανε το κύκλο του, πρόσφερε ότι είχε να προσφέρει και σταμάτησε να λειτουργεί. Οι συμμετέχοντες αποκόμισαν εμπειρίες και γνώσεις. Τα παιδιά που  παρακολουθούσαν τότε τις παραστάσεις, μεγάλωσαν κι έγιναν εκπαιδευμένοι θεατές. Πιθανόν να διατηρούν στη μνήμη τους κάποιες εικόνες.  Οι επερχόμενες γενιές βολεύονται με τους επαγγελματικούς θιάσους που έρχονται από την πρωτεύουσα.