ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ: ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΙΣ 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ - 4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1821

Η Πολιορκία της Άρτας ήταν μία πολεμική εμπλοκή της Επανάστασης του 1821, κατά την οποία οι Έλληνες προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να καταλάβουν την Άρτα (12 Νοεμβρίου - 4 Δεκεμβρίου 1821).

Στα τέλη του 1821 ο Χουρσίτ Πασάς αδιαφορώντας για τις επιχειρήσεις των Σουλιωτών επικεντρώθηκε στην κατάληψη των Ιωαννίνων. Οι Έλληνες εκμεταλλεύθηκαν την προσήλωση του Χουρσίτ στα Γιάννενα και στράφηκαν εναντίον της Άρτας. Άλλωστε αυτό επιδίωκε και ο Αλή Πασάς που δελέαζε τους επαναστάτες με υψηλές αμοιβές και υποστήριξη της εξέγερσής τους. Ωστόσο, μετά την ανανέωση της ελληνο-αλβανικής συμμαχίας στο Πέτα (1 Σεπτεμβρίου 1821) πολλοί Σουλιώτες και Στερεοελλαδίτες ήταν επιφυλακτικοί ως προς τις προθέσεις του Αλή Πασά, μιας και φοβόντουσαν πως ο τελευταίος θα δεχόταν αμνηστία από τον Σουλτάνο και θα στρεφόταν εναντίον τους. Τελικά αποφασίστηκε οι δυνάμεις να κινηθούν κατά της Άρτας, αφήνοντας εκτός των επιχειρησιακών σχεδίων τους τα Ιωάννινα.

Η πολιορκία

Από τις αρχές του φθινοπώρου οι Ακαρνάνες οπλαρχηγοί Γώγος Μπακόλας, Ιωάννης Ράγκος και Κατσικογιάννης ήταν ήδη έξω από την Άρτα. Στις αρχές Νοεμβρίου οι επαναστάτες είχαν προετοιμαστεί εντελώς και στις 12 του ίδιου μήνα 650 Σουλιώτες υπό τους Νότη και Μάρκο Μπότσαρη και Αλβανοί σύμμαχοι υπό τους Άγο Μουχουρδάρη, Ταχήρ Αμπάζη και Τσεγκόμπεη κατέλαβαν τις Μαράτες κοντά στον Άραχθο. Όμως, τόσο η αξιόλογη οχύρωση της Άρτας όσο και ο μεγάλος αριθμός στρατιωτών που την υπεράσπιζαν (πάνω από 4.000) καθιστούσαν δύσκολη την κατάληψή της. Στις 13 Νοεμβρίου 1821 πραγματοποιήθηκε αποτυχημένη απόπειρα των Οθωμανών να εκτοπίσουν τους επαναστάτες από τις Μαράτες. Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 17 Νοεμβρίου κι αφού οι επαναστατικές δυνάμεις είχαν ενισχυθεί από τους Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγούς Γεώργιο Βαρνακιώτη, Γεώργιο Τσόγκα, Ανδρέα Ίσκο και Δημήτριο Μακρή, επιχειρήθηκε επιτυχημένη έφοδος εναντίον της πόλης και κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της με εξαίρεση το φρούριο.

Εν τω μεταξύ, ανατέθηκε από τον Χουρσίτ στον Αχμέτ Πασά Βρυώνη να ενισχύσει τους πολιορκημένους με 3.000 άνδρες στους οποίους προσχώρησε και ένα σώμα Τσάμηδων. Χίλιοι Έλληνες υπό τον Μάρκο Μπότσαρη προσπάθησαν να αναχαιτίσουν, αποτυχημένα όμως, τον Αχμέτ Πασά στη διάβαση της Ρινιάσσας και ο τελευταίος σε αντίποινα έκαψε το χωριό Λούρος (30 Νοεμβρίου). Επίσης, ένα άλλο εχθρικό σώμα προσέγγισε την Ευρυτανία για να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στους Στερεοελλαδίτες. Παράλληλα, επέστρεψε στην Ήπειρο ο Ομέρ Βρυώνης, ο οποίος προσπάθησε να προσεταιριστεί τις ελληνικές και αλβανικές δυνάμεις. Σε κοινή σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στα Μολιανά αποφασίστηκε τριήμερη ανακωχή. Οι Αλβανοί εν τω μεταξύ, πληροφορήθηκαν από τον Ομέρ Βρυώνη τις καταστροφές που είχαν υποστεί οι Τούρκοι στην υπόλοιπη Ελλάδα μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης και παραπονέθηκαν έντονα στους Σουλιώτες και στους Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγούς. Παράλληλα, έστειλαν τον Ταχήρ Αμπάζη στην νότια Ελλάδα να επιβεβαιώσει τις φήμες. Πράγματι, αυτό έγινε και όταν ο Αμπάζης επέστρεψε και επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του Ομέρ Βρυώνη, η ελληνο-αλβανική συμμαχία άρχισε να διαλύεται.

Η διάλυση της πολιορκίας

Στο μεταξύ εναντίον των Σουλιωτών στράφηκε και ο Μεχμέτ Ρεσίτ Πασάς με 3.000 άνδρες, ενώ την ίδια στιγμή στους Στερεοελλαδίτες έφθασαν πληροφορίες ότι έγινε εισβολή στην Ρούμελη γεγονός που τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την πολιορκία της Άρτας. Οι 150 Σουλιώτες που είχαν παραμείνει στην πόλη βρέθηκαν σε δυσμενή θέση, αλλά οι Αλβανοί που θεωρούσαν τους Σουλιώτες ακόμη συμμάχους τους, τους πρότειναν να φύγουν από την Άρτα και να αποσυρθούν σε ορεινή κοντινή περιοχή, πράγμα που έγινε και σήμανε το τέλος της αποτυχημένης πολιορκίας της Άρτας. Στην περιοχή όπου είχαν αποσυρθεί οι Σουλιώτες ενημερώθηκαν για την τελική απόφαση των Αλβανών να διαλύσουν οριστικά την συμμαχία τους, γεγονός που τους οδήγησε στην απόσυρσή τους στο Σούλι ως το τέλος του 1821.

 

Πηγή: Wikipedia