Κόπραινα

«Η λέξη Κόπραινα σημαίνει και αραχνοΰφαντο, κάλυμμα, πέπλο. Η Κόπραινα καλυπτόταν με στρώμα αλατιού και ήταν κατάλευκη σαν να σκεπαζόταν με πέπλο. Ίσως σε αυτό το λευκό επίστρωμα αλατιού να οφείλει το όνομά της». Γιάννης Τσούτσινος, Σκουφάς, Άρτα.

 

Η Κόπραινα και όλη η έκταση που απλώνεται από το όρος της Περάνθης µέχρι το Μακρυνόρος και µέχρι το Φανάρι της Κόπραινας δηµιουργήθηκε από προσχώσεις του Αράχθου.

Το λιµάνι της Κόπραινας µνηµονεύεται για πρώτη φορά το 1304, όταν ο Προβηγκιανός ιππότης Ραϋµούνδος και ο Ιωάννης, κόµης της Κεφαλληνίας, κατέφθασαν  στο λιµάνι της Κόπραινας για να πολεµήσουν στο όνοµα του βασιλιά Καρόλου Β΄ την Παλαιολογίνα. 

 Σε δαλµατικά έγγραφα του 15ου αιώνα µνηµονεύονται φορτώσεις άλατος από την αλυκή της Κόπραινας. Λιµάνια στο εσωτερικό του κόλπου ήταν το σκάλωµα του Μακρυνόρους, το σηµερινό Μενίδι και η Κόπραινα. Από την Κόπραινα, που ήταν το επίνειο της Άρτας,  µετέφεραν τα προϊόντα της περιοχής και το αλάτι στα µεγάλα ξένα πλοία που ναυλοχούσαν εκτός του κόλπου.

Κατά το 1720, όταν η Βενετία βρισκόταν σε ακµή οι Βενετοί προσπάθησαν να επωφεληθούν από την ανάπτυξη του λιµανιού της Κόπραινας και να δηµιουργήσουν έναν θαλάσσιο δρόµο που θα ξεκινούσε από τη Βενετία, θα συνέχιζε στα Ιόνια νησιά και µέσω της Κόπραινας θα έλεγχαν και την Άρτα. Γι’ αυτό το 1730 όρισαν ως πρόξενο στην Άρτα τον Γεώργιο Κουµάνο.

Η Κόπραινα εξακολούθησε να λειτουργεί ως λιµάνι κάτω από την κυριαρχία των Τούρκων µέχρι το 1881. Μετά την απελευθέρωση της Άρτας,  η ελληνική κυβέρνηση θέλησε να οργανώσει καλύτερα το λιµάνι. Έτσι έχτισε τα πέτρινα κτίρια που αποτέλεσαν το συγκρότηµα του Τελωνείου και τις αποθήκες. Οι εργασίες διήρκεσαν από το 1904 ως το 1907, υπό την εποπτεία του τότε δηµάρχου Άρτας Αντώνιου Γαρουφαλλιά. Παράλληλα λειτούργησε και ο φάρος και αργότερα ο αστυνοµικός σταθµός.

Το λιµάνι εκσυγχρονίστηκε για να αντιµετωπίσει τις ανάγκες της εποχής. Αξίζει να σηµειωθεί ότι µετά τη Μικρασιατική καταστροφή οι πρόσφυγες που πήγαιναν να εγκατασταθούν στην Ήπειρο αποβιβάστηκαν µε πλοία στο λιµάνι της Κόπραινας. Επίσης το 1928 αποβιβάστηκε στην Κόπραινα ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον οποίο οι Αρτινοί υποδέχτηκαν µε ζητωκραυγές.

Από το 1907 έως το 1940 είναι η περίοδος της µεγάλης ακµής του λιµανιού.

Εικόνες και αναμνήσεις από το παρελθόν

Ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος (1921- 2003), εξαιτίας του ότι ο πατέρας του Χρήστος ήταν τελωνειοφύλακας και υπηρέτησε στην Κόπραινα, πέρασε τα παιδικά του χρόνια εκεί. Γύρισε μάλιστα 3 ταινίες στο αγαπημένο μέρος των παιδικών του χρόνων, με πιο γνωστή «Τα δελφινάκια του Αμβρακικού». Ο ίδιος θυμάται χαρακτηριστικά: «Όλα και όλα 4 σπίτια. Το καφενείο, που ήταν και μπακάλικο και κουρείο και εστιατόριο και εμπορικό και το τελωνείο, ψηλό, επιβλητικό, δίπατο. Παράθυρα με σκαλιστό λιθάρι στις καμάρες και χοντρά κάγκελα. Τα εμπορεύματα δηλαδή να είναι ασφαλισμένα. Και μακριά το φάρο, που ήταν στην άκρη τούτης της ισόπεδης γης να αρμενίζει σαν καράβι. Στο τελωνείο έφευγαν μέσα στις αποθήκες οι σιδερένιες ράγες, πέρναγαν κάτω από την κεντρική πόρτα με την πέτρινη καμάρα, έβγαιναν έξω και έφταναν ίσαμε το μόλο. Όταν έρχονταν τα βαπόρια από την Πρέβεζα, άραζαν μακριά. Δεν έπιαναν στο μόλο, ήταν ρηχά. Γι’ αυτό πήγαιναν οι μαούνες και πλεύριζαν για να φορτώσουν τα εμπορεύματα. Το ίδιο και οι βάρκες για να πάρουν τους επιβάτες. Εμείς τότε, τα πιτσιρίκια, ριχνόμασταν στη θάλασσα, φτάναμε στο βαπόρι και ανεβαίναμε πάνω στο κατάστρωμα. Οι επιβάτες μας πέταγαν δεκάρες στη θάλασσα και εμείς δίναμε βουτιά, ψηλά από τη γέφυρα, τις πιάναμε κάτω απ’ το νερό» (Απόσπασμα από το ανέκδοτο θεατρικό έργο «Φυγή στον Αμβρακικό»)

Η Νίνα Τάχου περιγράφει εξίσου γλαφυρά τα παιδικά της χρόνια στην Κόπραινα (1926-1933). «Τα πρωινά είχαμε το μπάνιο. Αυτό ήταν τo αδύνατο σημείο της Κόπραινας. Οι παραλίες της ήταν γεμάτες γλίνα και μόνο στο Ράμμα μπορούσες να βρεις αμμουδιά. Ράμμα λέγανε τη στενή λουρίδα ξηράς ανάμεσα αλυκής και θάλασσας που ένωνε την Κόπραινα με το Μενίδι. Εκεί για να φθάσεις με τα πόδια ήταν περιπέτεια. Με τον ήλιο να σε χτυπά στο κεφάλι, έπρεπε να περάσεις τη γλίνα του ιβαριού, πριν φτάσεις στο Ράμμα. Γι ‘ αυτό συχνά πηγαίναμε με βάρκες και ήταν όμορφο να βλέπεις δυο τρεις βάρκες γεμάτες ομπρελίνα, χρωματιστά και μεγάλα. Γιατί δεν είχε έρθει ακόμη η μόδα των ηλιοκαμένων κορμιών και οι γυναίκες φυλάγονταν από τον ήλιο. Εμείς πηγαίναμε με τη βάρκα του Βαγγέλη Τάτα, που την έπαιρνε η αδελφή του η Κούλα, γεροδεμένη, καλόκαρδη κοπέλα. Κολύμπι δεν ήξερα πολλοί αλλά πλατσανάγαμε στα ρηχά, μεγάλοι και μικροί. Τότε ο παραθερισμός για τις μανάδες μας ήταν σωστή ταλαιπωρία. Όλα ήταν πρωτόγονα και η Κόπραινα είχε τα μειονεκτήματα να μην έχει καλή θάλασσα για μπάνιο, ούτε πόσιμο νερό. Έπειτα το ποτάμι, ο Βωβός, ήταν κίνδυνος για τα παιδιά και αγωνία για τους μεγάλους. Όμως δεν υπήρχε και άλλο παραθαλάσσιο μέρος, κοντινό και με επικοινωνία με την Άρτα εκτός από το μικρό τότε Μενίδι. Κι όταν οι Αρτινοί δεν έβρισκαν εκεί δωμάτιο ή έστω καλύβι να νοικιάσουν, πήγαιναν στην Κόπραινα, να αλλάξουν τα παιδιά  αέρα και να κάνουν οι μεγάλοι λίγο χάζι με τα πλοία και την κίνηση του λιμανιού».

 

Με 1,25 δρχ στο κατάστρωμα και μία μακαρονάδα δώρο

«Η Κόπραινα και το Μενίδι είναι για την Άρτα, ό,τι τα Φάληρα και η Γλυφάδα για τας Αθήνας. Είναι αι λουτροπόλεις μας! Και γιατί όχι; Μήπως δε συγκεντρώνουν ό,τι χρειάζεται για μία ευχάριστη θερινή διαμονή; Εδώ βέβαια δεν υπάρχουν ούτε μεγάλα κέντρα διασκεδάσεων, ούτε καζίνα, ούτε πολυτελή γιότ για θαλάσσιες εκδρομές. Θα βρείτε όμως κι εδώ τις ίδιες ομορφιές της φύσεως, τα ίδια θέλγητρα της εξοχής και μάλιστα απηλλαγμένα από τας εκκεντρικότητας των πραγματικών λουτροπόλεων. Ωραία θάλασσα και με τόσα της θέλγητρα, δροσιά, μπάνια, λεμβοδρομίες. Τι άλλο θέλει κανείς αυτή την εποχή;» Και συνεχίζει η εφημερίδα Ηπειρώτικο Βήμα, εφημερίδα της εποχής του 1929: «Όταν μπει κανείς σε αυτοκίνητο, πολύ δύσκολα αποφασίζει να γυρίσει στους Αγ. Αναργύρους ή στον Κόπανο. Η θάλασσα σας τραβάει σαν μαγνήτης». Και σε ένα άλλο απόσπασμά της η ίδια εφημερίδα, την 5-4- 1930, με συντάκτη τον Θ. Δ. Ζαχαρή περιγράφει με εξίσου γλαφυρό τρόπο πώς οι επιβάτες έκλειναν τότε εισιτήρια στα επιβατηγά πλοία της εποχής: «Για να ταξιδέψει κανείς τότε, δεν ήταν ανάγκη να ψάχνει για πρακτορεία και αμάξια. Με ένα καφεδάκι στου Καρασούλα, στου Βήλα, στου Β. Χατζοπούλου ή στου Απ. Πάντζιου στο Μουζούστι άκουγες όλας τας αφίξεις και αναχωρήσεις. –Ακούσατε κύριοιοιοιοι! Αύριο η ώρα 2 έρχεται στην Κόπραινα το ατμπολοιον Πύλαρος και αναχωρεί αμέσως δια Πειραιααα! Δέχεται επιβάτας και εμπορεύματα για όλα τα σκαλώματα. Α’Θέσις δρχ 4,50  Β’ Θέσις 3,30 Κατάστρωμα 1,25 και ένα πιάτο μακαρόνιαααα! Τρέξατε στου Αναστάση Τσέτη να προλάβετε θέσηηηη! Εφώναξε ο μακαρίτης Γεώργιος ο κήρυκας με τη βροντώδη φωνή του , ενώ πίσω ο εξασθενικός Τσοκάρης εκατέβαζε τας θέσεις κατά 2 δεκάρες για το ατμόπλοιο ΥΔΡΑ και χορηγούσε 2 πιάτα μακαρόνια. Συναγωνισμός τέλειος».

Το ταξίδι  για Πειραιά διαρκούσε τρεις μέρες!

“Το μοναδικό μέσον συγκοινωνίας διά την εις Αθήνας μετάβασιν των συμπολιτών μας ήσαν τότε τα ατμόπλοια, άτινα εκτελούσαν την γραμμήν Κοπραίνης- Πειραιώς, ήσαν δε ελάχιστοι οι τότε ταξιδεύοντες, ως και ελάχιστοι ήσαν οι φοιτηταί οίτινες μετέβαινον διά σπουδάς εις Αθήνας. Αι φοιτήτριαι πλην του διορισμού των ως δημοδιδασκάλισσαι εις ουδεμίαν άλλην θέσιν κρατικήν είχον δικαίωμα να εισχωρήσωσι. Μετά την γεγομένην επανάστασιν του 1922 επί κυβερνήσεως του αρχηγού της επαναστάσεως Πλαστήρα, εψηφίσθη ο νόμος δια τον διορισμόν αυτών εις τας διαφόρους δημοσίας, όστις συνεχιζόμενος υφίστατο έτι και σήμερον προς μεγάλην λύπην των επιζητούντων εργασίαν νέων.

Ατμόπλοια της συγκοινωνίας ήσαν τότε ο Άγιος Ιωάννης, ο Άρης και ο Πύλαρος, αργότερον δε είχον αντικατασταθεί ταύτα δι' άλλων. Το μοναδικόν επίνειον της πόλεώς μας ήτο η Κόπραινα, ένθα υπήρχε το τελωνείον, ο αστυνομικός σταθμός, τα διάφορα γραφεία των παραληπτών, ως και διά την εξυπηρέτησιν του κοινού Καφενεία και Μαγειρεία. Ήτο τότε η Κόπραινα μια μικρή αγορά, με κίνησιν όμως μεγάλη. Εκεί θα συγκεντρώνονταν όλα τα προς εξαγωγήν αποικιακά, τα πορτοκάλια, τα ζώα και εκεί θα εκφορτώνοντο όλα τα διά την κατανάλωσιν του νομού Άρτης εμπορεύματα.

Στην Κόπραινα, όπως θα πούμε πιο κάτω, τους επιβάτας τους μετέφερναν αι καρότσες. Εκεί στο καφεοινομαγειρείον του Λευτέρη Σιαμαντά και Σια θα έπαιρναν οι επιβάτες τον καφέ τους και αν καμιά φορά αργοπορούσε το πλοίο, που αυτό συνέβαινε πολλές φορές, ήσαν στην διάθεσίν των τα φρέσκα ψάρια, που από αυτά είχε πληθώρα η κουζίνα του μαγειρείου, άτινα προσεφέροντο εις τους επιβάτας σύμφωνα με τας απαιτήσεις των, είτε ψητά, είτε τηγανητά, σερβιρομένου πάντα και του απαραιτήτου κρασιού.

Το καφεοινομαγειρείο της Κοπραίνης είχε τακτικούς πελάτας τους εκφορτωτάς, τους βαρκάρηδες, τους ψαράδες, ως και τους εκτάκτους επιβάτας των πλοίων. Μετά το σχετικό τους ξεκούρασμα οι επιβάται θα προχωρούσαν προς την αποβάθρα για να τους μεταφέρουν στο πλοίο με τη βάρκα τους ο Βαφιάς ή ο Τάτας. Το πλοίο έριχνε άγκυρα περί τα πεντακόσια μέτρα μακριά από την αποβάθρα, διότι εκεί είχε η θάλασσα το απαιτούμενο βάθος διά την στάθμευση του πλοίου. Σαν έφθανε η βάρκα στο ήμισυ της αποστάσεως του πλοίου, εκεί οι βαρκάρηδες σταματούσαν την βάρκα τους για να κάμουν τις εισπράξεις, είτε καλοκαίρι ήτο, είτε χειμώνας και δεν ενδιεφέροντο αν τα κύματα χτυπούσαν τη βάρκα και πολλές φορές λούζονταν οι επιβάται με το θαλασσινό νερό. Γι' αυτούς ήταν κανών απαράβατος , στη μέση της διαδρομής έπρεπε να γίνουν αι εισπράξεις και ας χαλούσε ο Θεός τον κόσμο.

Όταν πλησίαζε η ώρα της αναχωρήσεως του πλοίου, ηκούετο το σφύριγμα της σειρήνος προς ειδοποίησιν των μη προσελθόντων εγκαίρως επιβατών και μετά την συμπλήρωσιν του όλου φορτίου του, σφυρίζοντας δαιμονιωδώς, ανεχώρει.

Η αναχώρησις των πλοίων εγένετο πάντοτε τας βραδινάς ώρας, διότι θα διανυκτέρευε εις Πρέβεζαν ήτις κατείχετο υπό των Τούρκων. Την πρωίαν της επομένης θα ανεχώρει, το εσπέρας θα διανυκτέρευε εις τας Πάτρας και την τρίτην ημέρα από της από Κόπραινα εκκινήσεώς του, περί ώραν 10ην πρωινήν, θα κατέπλεε εις Πειραιαν.

(Δημήτριος Καραγιάννης, εφημερίδα “Αμβρακία”)

Το 1940 όµως θα βοµβαρδιστεί και θα αρχίσει η παρακµή. Το 1945, µετά την απελευθέρωση από τους Γερµανούς, η Κόπραινα θα επαναλειτουργήσει. Τίποτε όµως δεν θα είναι όπως παλιά.

 

 

Ο καινούργιος αυτοκινητόδροµος από το Αντίρριο προς την Ήπειρο περιόρισε τις µεταφορές  εµπορευµάτων, οι οποίες γίνονταν καλύτερα από τη στεριά. Πλέον όλο και λιγότερα πλοία καταφθάνουν στο ιστορικό λιµάνι. Το 1967 σταµατά τη λειτουργία του και µεταφέρεται στην Αµφιλοχία.  Σήμερα στις εγκαταστάσεις του παλιού τελωνείου στεγάζεται το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Αράχθου.

 

 

Η σκόνη του χρόνου (επιμύθιο)

Του Αλέξανδρου Λαλάκου

«Αυτό τον τόπο τον θυμόμουν από μικρός, από πιτσιρίκι… να’ ναι έρημος… και ήσυχος, στην άκρη του Αμβρακικού… Είχα να τον δω 30 χρόνια… είχε μείνει ο ίδιος. Μονάχα που τώρα τα σπίτια του ήταν γκρεμισμένα. Οι σανίδες από τα πατώματα μόλις κρατιόντουσαν. Τα μαδέρια από τη στέγη ήταν σαπισμένα και απ’ τα λιγοστά κεραμίδια έμπαινε ο αέρας και η βροχή. Τα πρόβατα ανέβαιναν και στάλιζαν μέσα στην κρεβατοκάμαρά μας. Τέλεια εγκατάλειψη. Μα τη θυμήθηκα τούτη την κρεβατοκάμαρα, παρόλη την κατάντια της. Κατά τα’ άλλα ο τόπος ήταν απαράλλαχτος, όπως τον θυμόμουν από πιτσιρίκι». Διάλεξα αυτό το κομμάτι του Ντίνου Δημόπουλου για να σχολιάσω την ιστορική αναδρομή στην Κόπραινα, τον άλλοτε Πειραιά της Ηπείρου που με πολύ όμορφο τρόπο ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης μας ταξίδεψε μέσα από αυτό το όμορφο ρεπορτάζ στην Κόπραινα. Εκεί που γράφτηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ένα κομμάτι της ιστορίας της Άρτας. Εκεί, στο λιμάνι της, ταξίδεψαν χιλιάδες Αρτινοί. Άλλοι με πόνο πήραν το δρόμο της ξενιτιάς, άλλοι για δουλειές, άλλοι για αναψυχή. Όμως ήταν και το παραθαλάσσιο μέρος, όπου οι Αρτινοί έκανα τα μπάνια τους και περνούσαν τις διακοπές τους. Θα ήταν όμορφο το λιμάνι, η Κόπραινα, το μικρό αυτό χωριό να είχε συνέχεια. Να θυμούνται οι παλιοί και να θαυμάζουν οι νέοι. Ίσως γι’ αυτό οι μνήμες για όσους έζησαν τα παιδικά τους χρόνια και όχι μόνο εκεί, να έχουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Όμως σε μας, τους απλούς αναγνώστες δημιουργείται θλίψη, ιδιαίτερα αν κάποιος επισκεφτεί τη σημερινή Κόπραινα. Εξάλλου έτσι είναι ο χρόνος, σκληρός και αδυσώπητος που με το πέρασμά του φέρνει τη λήθη και πλέον μόνο η μνήμη, η θύμηση μπορεί να την ξαναζωντανέψει, να την ξαναπλάσει και να μας ταξιδέψει νοερά στην τότε εποχή.

 

(ΣΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ)

 

Ο φάρος της Κόπραινας

Κυλινδρικός πύργος ύψους 9 μέτρων με οικία φαροφυλάκων. Βρίσκεται σε στίγμα 38 01', 8'' γεωγρ. Πλάτος και 21 04',6'' γεωγραφικό μήκος, στην ανατολική άκρη της παλαιάς εισόδου του Αράχθου, στις ακτές της Ηπείρου και σε εστιακό ύψος 9 μέτρων. Πρωτολειτούργησε το 1893 με πηγή ενέργειας το πετρέλαιο και χαρακτηριστικό ερυθρό σταθερό και φωτοβολία πέντε ναυτικά μίλια.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου καταστράφηκε ο πύργος και το φωτιστικό μηχάνημα και παρέμεινε σβηστός. Το 1945, στο πλαίσιο ανασυγκρότησης του φαρικού δικτύου, επαναλειτούργησε ως επιτηρούμενος με πηγή ενέργειας το πετρέλαιο. Το 1957 αντικαταστάθηκε το μηχάνημα πετρελαίου με αυτόματο πυρσό ασετιλίνης, ο οποίος λειτούργησε μέχρι το 1985, οπότε έγινε και η μετατροπή του σε ηλιακό με χαρακτηριστικό δύο λευκές αναλαμπές με έναν τομέα ερυθρό ανά 16 δευτερόλεπτα και φωτοβολία πέντε ναυτικά μίλια.

 

Ένα πλοίο πλησιάζει στην Κόπραινα

Είναι νύχτα στον Αμβρακικό κόλπο... Η βόρεια ακτή είναι επίπεδη, χωρίς αναγνωρίσιμα σημεία. Η θάλασσα είναι γεμάτη ξέρες και ρηχάδες. Ο καπετάνιος ακολουθεί τα μοναδικά σημεία που υπάρχουν: τις λάμψεις από τους φάρους και τους σημαντήρες. Διασχίζουμε το στενό της Πρέβεζας έχοντας τους κόκκινους σημαντήρες στα αριστερά και τους πράσινους στα δεξιά μας. Μπροστά μας ένας κόκκινος σημαντήρας δείχνει ότι εκεί ακριβώς τελειώνουν οι ρηχάδες του Πλαματερού, το κόκκινο φως λάμπει στιγμιαία, μετά 4 δευτερόλεπτα σκοτάδι. Περνάμε με προσοχή από τα δεξιά του, γιατί από την άλλη πλευρά το νερό έχει βάθος λιγότερο από 3 μέτρα και πρέπει να το αποφύγουμε. Αριστερά αναβοσβήνει το κόκκινο φως του φάρου της Κόπραινας. Ανάβει ένα δευτερόλεπτο, σβήνει δύο, ανάβει ένα δευτερόλεπτο, σβήνει δώδεκα. Συνεχίζουμε την πορεία μας και στρίβουμε κατά τα φώτα του Μενιδίου.

(Κείμενο από έκθεμα του Μουσείου Φάρου Κόπραινας)

Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης είναι συγγραφέας και έχει γράψει δύο βιβλία για την Κόπραινα, το «Κόπραινα, ταξίδι στη μνήμη», εκδόσεις Εντύπωσις και «Ο φάρος της Κόπραινας», εκδόσεις Ίδρυμα Ακτία,Νικόπολις Πρέβεζα